Εδώ και 3-4 μέρες σκέφτομαι να γράψω κάτι. Επιβάλλεται. Η σύνδεση στην Αθήνα είναι για τα μπάζα πια. Αλλά δεν είχα τι να πω. Και μετά είχα πολλά να πω. Και τίποτα ταυτόχρονα. Άντε να βγάλεις άκρη. Βέβαια αν με διαβάζεις χρόνια, σε συγχαίρω και σε λυπάμαι μαζί. Σε συγχαίρω για την υπομονή και σε λυπάμαι γιατί για να καταλαβαίνεις τι θέλω να πω σημαίνει πως και εσύ έχεις πειραγμένα εγκεφαλικά κύτταρα.
Τέλος πάντων. Πήγα Λεμεσό 2 μέρες. Το μοναδικό βράδυ που βγήκαμε και σκεφτόμουν τρόπους να απαγάγω το τεκνό γκαρσόνι [θα του φόραγα το φωτιστικό, που επίσης μου άρεσε, στο κεφάλι και θα τον έσερνα μέχρι το αμάξι]. Τελικά, εκεί που κράταγα τη τσάντα μου, μου κάνει «τσα» ο μπάρμαν του πίσω μπαρ που δεν είχα προσέξει.
Τρελό βράδυ. Μιλήσαμε λίγο αλλά επειδή όπως με χαρακτήρισαν οι φίλες μου «είμαι άχρηστη και άθλια» [αστεία πάντα] δεν έδωσα το τηλέφωνο μου. Αφού η Κ. και η Κ. έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να βρουν στυλό, επιστρέψαμε στο μπαρ. ΝΑΙ, πήγαμε πίσω.
Κατέβηκε η Κλ. Και πήγε στον μπαρμαν και του είπε να γράψει τον αριθμό μου. Τρελάθηκε ο άλλος…το ίδιο βράδυ μου έστειλε μήνυμα.
Και ναι επέζησα από αυτό το συμβάν. Είχα πεθάνει από το άγχος μου.
Βρεθήκαμε την επόμενη ημέρα στη θάλασσα. Ναι, πρώτο «ραντεβού» και με είδε με μαγιό. Επέζησα και από αυτό. Δεν ταιριάξανε τα σκουφιά μας. Εμένα μαύρο και άραχνο και εκείνου όπου φυσάει ο άνεμος. Δε πειράζει. Πλάκα είχε.
0 bubbles:
Post a Comment